Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Σκεφτόμουν να γράψω για το φούρνο. Τον τότε, της γειτονιάς μου στα Βασιλικά, του μπάρμπα Σωκράτη, που έλεγε πολλά, κυρίως για τον ΠΑΟΚ, με μένα και το γιο του, το Γιάννη που ήμαστε Αρειανοί, και λίγα, πλαγίως,  τουλάχιστον με μένα που ήμουν δεξιός, για την αριστερά, αλλά και τον τωρινό, που δεν περιέχει πια αυτόν και τα πολλά του λόγια, αλλ’ όμως έχει μιαν υπάλληλο, τη Βαγγελιώ, που το αφράτο, λαμπερό και γελαστό της πρόσωπο επιμένει να θυμίζει σ όλους ότι το χαμόγελο κι η καλή καρδιά κι αν δεν είναι φάρμακο, πάντως δεν έβλαψε ποτέ κανένα.  
Σ αυτό το θέμα επέμεινα κι όταν άκουσα για το φόνο. Όχι τον φόνο των λόγων, αυτόν που χρησιμοποιούν όλοι, δίκαιοι κι άδικοι, χαμένοι και μη, νηστικοί και χορτασμένοι, καλοπληρωτές και φοροκλέφτες, δημοσιογράφοι κι αναγνώστες, εξουσιαστές και πολίτες, υποταγμένοι και μη για να μιλήσουν για την τρόικα, την κυβέρνηση, την κατάσταση, την οικονομία, την πολιτική, την κοινωνία. Αλλά τον άλλο. Τον πραγματικό. Αυτόν που δεν επιδέχεται αναλύσεις, δεν έχει αντίλογο, δεν
καταλαβαίνει γρι από ιδεολογίες, δεν παίρνει μυρωδιά από τις ανοησίες του Λαζαρίδη για τα δύο άκρα και τη μέση, που μάλλον πιστεύει ότι είναι ο ίδιος γιατί έχει πάθει λουμπάγκο απ΄ το πολύ σκύψιμο. Αυτόν, που δεν δίνει ούτε ένα δράμι για τη συγκίνηση και την ιερή αγανάκτηση του Λαφαζάνη. Αυτόν, που δεν πεταρίζει το βλέφαρό του απ΄ την επαναστατικότητα της θλίψης του ανεξάρτητου Καμένου, που ονειρεύεται πως είναι Κολοκοτρώνης, και μάλιστα όχι ο στρατηγός του αγώνα της Ανεξαρτησίας αλλά του σύγχρονου, του «εγέρθητω» του εσμού των δολοφόνων, και για να ντοπάρει τους πολεμιστές του για την άλωση της Τριπολιτσιάς τους τάζει όχι λαγούς με πετραχήλια, αλλά λιντσαρίσματα. Αυτόν που έχει γραμμένο το μειλίχιο πένθος των κουβέληδων και το ξέχειλο των βενιζέλων.  Αυτόν το θάνατο που δεν ξέρει λόγια, που είναι απλά ένα τέλος. Ένα τέλος για πάντα. Όπου το πάντα είναι αυτό το καταραμένο σύμβολο των μαθηματικών, το άπειρο, που ποτέ δεν το καταλαβαίνουμε γιατί δεν το χωράει στο μυαλό μας. Αυτόν, τον πραγματικό θάνατο, που συνέβη όταν ένα μαχαίρι βυθίστηκε στο στήθος και στη κοιλιά ενός τριαντατετράχρονου, που τον έλεγαν Παύλο Φύσσα, που είχε όνειρα, που είχε επιθυμίες, που είχε απόψεις, που πίστευε, που πάλευε, που τραγουδούσε, που είχε πρόσωπο. Αυτόν το θάνατο, τον πραγματικό που του πήρε  το Πρόσωπο κι άφησε το κενό. Ένα κενό που για τους ανθρώπους του δεν θα γεμίσει ακόμη κι αν όλο το σύμπαν βυθιστεί μέσα του. Ακόμη κι αν ο αυτός που τον προκάλεσε τεμαχιστεί σε μικρά κομμάτια για να χαθεί το στίγμα του απ΄το πρόσωπο της γης. Ακόμη κι αν παίξει ώρες, μέρες, χρόνια στην τηλεόραση κι αλλού. Ακόμη κι αν γίνει σύμβολο, σημαία, οδηγός. Ακόμη κι αν γίνει η αφορμή της επ-ανάστασης. Τίποτα δεν γεμίζει το κενό.
Όμως δεν θέλω να γράψω γι αυτό αλλά για το γελαστό πρόσωπο της Βαγγελιώς, που σε καλημερίζει και ξεχνάς ότι ο άνθρωπος δεν είναι καλός, που χαμογελά και ξεχνάς ότι άνθρωπος είναι αυτός που κάποιο βράδυ, κοντά στα μεσάνυχτα, που, αφού μίλησε με το γιο του που υπηρετεί τη θητεία του κι είπε στην δεκαεξάχρονη κόρη του να μην ξενυχτίσει στον υπολογιστή, απάντησε στο κινητό του, πήρε το μαχαίρι του και λίγο μετά το κάρφωνε στο στήθος ενός ανθρώπου. Ενός ανθρώπου που δεν γνώριζε, δεν είχε διαφορές μαζί του, δεν είχαν συναντηθεί οι δρόμοι τους, δεν τον αφορούσαν τα όνειρα του, δεν τον άγγιζαν οι επιθυμίες του. Ενός ανθρώπου που λίγο νωρίτερα είχε μιλήσει στον δικό του πατέρα, είχε πει στη δική του μάνα ότι δεν θα ξενυχτίσει. Τον σκότωσε μόνο γιατί ο Φύσσας πίστευε πως η «ΑΥΓΗ» των ανθρώπων που ντύνονται στα μαύρα, που κρατάνε ρόπαλα και μαχαίρια, που δέρνουν ανυπεράσπιστους στα σκοτεινά, που εκτελώντας παραγγέλματα παραταγμένοι, ομοιόμορφοι, βλοσυροί και οπλισμένοι,  ψάλλουν τον  Ύμνο στην Ελευθερία, ανυποψίαστοι και μακριά νυχτωμένοι απ΄ την Ελευθερία κι απ τον ύμνο της,  δεν είναι «ΧΡΥΣΗ», αλλά ζοφερή σαν τα χειρότερα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής. Τον σκότωσε στο όνομα μιας πατρίδας που αν είναι της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, τότε δεν είναι των υπολοίπων ή μάλλον που επειδή είναι των υπολοίπων, δεν χωράει καμιά ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ.
Όμως δεν θέλω να γράψω γι αυτά, δεν θέλω να γράψω το τι το πώς και το γιατί, όχι γιατί δεν πρέπει, όχι γιατί δεν θυμώνω με την συμμορία των έκπληκτων, όχι γιατί δεν οργίζομαι με τις ορδές των υποκριτών, όχι γιατί δεν αγανακτώ με την χυδαιότητα των κερδοσκόπων του ανθρώπινου πόνου, όχι γιατί δεν ανακατώνομαι με τις δωρεάν και εκ του ασφαλούς εκρήξεις συναισθηματικής υποστήριξης, όχι γιατί δεν ανησυχώ για την πονηριά ή την ανοησία των ορεγόμενων απαγορεύσεις, όχι γιατί δεν τρομάζω για τα δεινά που προοιωνίζονται οπλισμένες ομάδες φανατικών αγκιστρωμένων σε νοσηρά ιδεολογήματα ηθικής ανωτερότητας και ιερής αποστολής,  αλλά γιατί θλίβομαι να διαπιστώνω ότι «….Το κακό είναι η μοναδική πραγματικότητα, ότι η ευτυχία και η ευγένεια είναι ένα λεπτό βερνίκι που καλύπτουν μια πραγματικότητα που βασανίζει, τρομοκρατεί και δεν εμπνέει παρά απελπισία: αυτή είναι η μοναδική οικουμενική αλήθεια. Δεν υπάρχει άλλη. Δεν υπάρχει άλλο νόημα, άλλη σημασία…»[i]  για τον κόσμο, και γιατί θλίβομαι που δικαιώνεται ο Γκάτσος όταν καληνυχτίζοντας τον Κεμάλ του γνωστού υπέροχου τραγουδιού του Χατζιδάκι (αυτό που προκάλεσε την αντίδραση της ευαίσθητης εκπαιδευτικού γιατί δεν αναφέρεται σε χριστιανούς) επιμένει πως «Αυτός ο κόσμος δεν θ αλλάξει ποτέ.»
Για το φούρνο ήθελα να γράψω, για τη μυρωδιά του ψωμιού μόλις έβγαινε απ τα σπλάχνα του, για τα ψωμιά που άχνιζαν μόλις μια υγρή βούρτσα περνούσε πάνω απ την καυτή τους κόρα, για την απόλαυση να σπάνεις τη γωνία του ψωμιού βγαίνοντας απ το φούρνο και να μασουλάς μέχρι να φτάσεις στο σπίτι και για το μεγάλο χαμόγελο της Βαγγελιώς που σε καλωσορίζει και σκέφτεσαι πως ίσως και να υπάρχει ελπίδα.




[i] Πάουλ Βεράχεν «Omega minor» Εκδ. ΠΟΛΙΣ σελ. 572

Για την www.apopsinews.gr μηνός Οκτωβρίου 2013.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου