Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

«Του γιουμίδ»


Τότε γνωριζόμασταν προσωπικά. Μεγάλωναν στην ίδια αυλή με μένα. Και τώρα γνωριζόμαστε προσωπικά. Μεγαλώνουν λίγο πιο κάτω απ΄το σπίτι μου και πολλές φορές συναντιόμαστε. Και τότε και τώρα η κατάληξη είναι ίδια. Αυτά τα σφάζουν κι εγώ τα τρώω. Φταίει η κακή τους μοίρα. Αυτά είναι αρνιά, εγώ βάρβαρος, συγγνώμη άνθρωπος ήθελα να γράψω. Καλά, δεν θα αρχίσω τώρα τις κλάψες και τις ενοχές για τα καημένα τα αρνάκια κι άλλα φαιδρά. Ο καθείς και η μοίρα του. Τ’ αρνί τρώει το χόρτο, εγώ τ’ αρνί, εμένα η Τρόϊκα κι όλους μαζί το μαύρο σκοτάδι. Βέβαια, τα έρμα τα αρνιά ένα παράπονο απ΄ το δημιουργό τους θα το έχουν, επειδή κάθε χρόνο σφάζονται ομαδικά με την ευκαιρία της Ανάστασης! Ε, ένα δίκιο το έχουν. Ανασταίνουμε εγώ, σφάζω εσένα απ΄ τη χαρά μου!  Μπορούμε να το καταλάβουμε το δίκιο τους. Είναι κάτι σαν την ανακεφαλαίωση των Τραπεζών. Ανασταίνονται αυτές με τα 30, 40 ή όσα χρειαστούν δις, σφάζονται δικαιώματα και μισθοί όσων περιμένουν το Πάσχα να φάνε αρνί και δε μπορούν ούτε στη μετά θάνατο δικαίωση να προσδοκούν, γιατί με τα καντήλια που κατεβάζουν καθημερινά κι η κόλαση στο πάτο της θα τους στείλει.