Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Ερωτες


Έρωτες λοιπόν, αλλά αν πάει στο πονηρό ο νους σας, χάσατε! Όχι, δεν θα σας πως για μπακάλικα και μαγειριά, γεύσεις, μπαχάρια κι ευωδιές που μας βοηθούν ν αφήνουμε αναθήματα στη λευκόποδη Αφροδίτη. Ούτε θα πω γι’ άλλα, που θα αφορούσαν ίσως σύγχρονες κι επίγειες θέες ή κι απλές θνητές, απ΄ τα πολλά που γύρω μας συμβαίνουν κι εύκολα στο τίτλο μου θα ταίριαζαν. Ίσως γιατί το βήχα μου κόψε ο εκδότης. «Ρε σύ μέρες δύσκολες που είναι γιατί δε το ρίχνουμε στις ροζ ιστοριούλες να ανέβει λίγο των αρσενικών η ορμή μπας και γελάσει λίγο και το χείλι κάθε πικραμένης;» τον ρώτησα. Μα τούτος είναι σοβαρός και με φωνή που δε σηκώνει και πολλά «Εμείς είμαστε η ΑΠΟΨΗ!» μου λέει «και δε θα γίνουμε ποτέ του δήμου οι καπουτσίνοι». Έτσι, και να ΄θελα, δεν θα μπορούσα για άλλους έρωτες να πω παρά μονάχα γι όσους από παιδιά χωρίς τη συναίνεση των γονιών μπορούν να διαβαστούν. Όμως και πάλι, αν άφηνα στο κείμενο ανθρώπους να κυκλοφορούν, δύσκολα θα απέφευγα, απ’ αυτό που λέμε ρομαντικό και μάλλον λανθασμένα πλατωνικό, σε κάποιο σύμπλεγμα πολύπλοκο, πολυμερές και πολυτονικό  να καταλήξω.
                Γι αυτό λοιπόν τον έρωτά μου για τις λέξεις θα σας πω! Ναι γι αυτές τις ίδιες που ξέρετε κι ίσως τις ερωτεύεστε κι εσείς. Με κυρίευσαν σαν ήμουνα παιδί και δεν μ αφήσανε ποτέ. Με κυβερνούν κι εγώ όσο μπορώ τις κάνω τα χατίρια. Κι είναι αμέτρητες, ποικίλες με πολλές μορφές, και ασταθείς και σταθερές, άλλες μικρές και ζουμερές κι άλλες λιγνές, ξερακιανές και στραβοκάνες, άλλες πνιγμένες στα υγρά, τα σύμφωνα εννοώ λιγούρηδες αρσενικοί, τα σύμφωνα, το «λάμπδα», «Πραγματικά βρεγμένο. Ίδιο βότσαλο» το λέει ο ποιητής, και το «Ρο» που είναι «παιδικό και, μάλιστα, σχεδόν πάντοτε γένους θηλυκού», κι άλλες το «Γάμα» που αγαπούν, «Το πιο ελαφρύ που η αδυναμία σου να το προφέρεις δείχνει το βαθμό της βαρβαρότητάς σου», κι άλλες πολλές που προτιμούν το «Σίγμα», είτε αρχικό, είτε στη μέση, είτε τελικό, γιατί είναι «Ζιζάνιο» κι «..ο Έλληνας πρέπει κάποτε και να σφυρίζει». Κι είναι κι αυτές που τα φωνήεντα αγαπούν, το «Άλφα», το πρώτο πρώτο καθενός μας, της απορίας του, της έκπληξης, του πόνου και της ηδονής, αυτό που μόνο του μπορεί να ουρλιάζει ή να τραγουδά, που είναι «είναι λευκό ή κυανό, ανάλογα με τις ώρες και τις θέσεις των άστρων», η το «ε(ψιλον)», που όλο καλεί ή διώχνει ή φωνάζει ή απειλεί αυτό το «όλο αέρα» που «Το πιάνει ο Μπάτης» ή το «Υψιλόν» που είναι «Το πιο ελληνικό γράμμα. Μια Υδρία».
                Αυτές λοιπόν, οι λέξεις, είναι ο έρωτάς μου ο κρυφός. Αυτές που είναι όμορφες και τρυφερές αν είναι τέτοιες οι ψυχές που τις μιλούν κι αν είναι τέτοια και τ’ αυτιά που τις ακούν. Αυτές που είναι υπάκουες ακόμη και γι’ αυτούς που πονηρά ή αδιάφορα απ΄ το στόμα τους τις βγάζουν. Που είναι μαγικές και στα χέρια όσων έχουν το δώρο του θεού γίνονται σφαίρες και σπαθιά, γκρεμίζουν κάστρα κι σπρώχνουν σ’ αντιδράσεις, δράσεις κι αποδράσεις. Αυτές που πάνω απ’ όλα φτιάχνουν τον κόσμο που μας περιέχει.
                Αυτές είναι ο έρωτας μου ο κρυφός και σας μιλώ γι αυτές, γιατί τούτο τον καιρό, μαζί με όλα τ’ άλλα που έπεσαν στα κεφάλια μας κι απειλούν να μας τσακίσουν,  τόσο πολύ τόσοι πολλοί βάλθηκαν να τις αποδομήσουν και προσπαθούν το μαύρο να κάνουνε λευκό, να τις γυμνώσουν απ΄ τα κομμάτια της ψυχής μας,  που είναι κρεμασμένα σα στολίδια στις σημασίες τους, να μας κάνουν να τις μισήσουμε, γιατί ο κόσμος που θα συγκροτούν θα είναι ψυχρός και εχθρικός, ξένος κι άγνωστος κι όχι αυτός που μάθαμε μαζί τους ν αγαπάμε. Έτσι πρόχειρα αναφέρω μερικές∙ πατρίδα, ελευθερία, δημοκρατία, δικαιοσύνη, ευθύνη, φιλότιμο, λεβεντιά, συμμετοχή, ανάγκη, αλληλεγγύη, κατανόηση κι άλλες, κι άλλες κι άλλες. Το ξέρω, και θα το ξαναπώ, είναι πολλά αυτά που έπεσαν στα κεφάλια μας και μας τρομοκρατούν, όμως δεν ήθελα για αυτά να σας μιλήσω. Όχι γιατί δε νοιάζομαι, πώς θα μπορούσα άλλωστε να μη νοιάζομαι γι αυτά που ξαφνικά φέρνουν τα πάνω κάτω στη ζωή μου, αλλά γιατί μιλούν γι αυτά πολλοί, πιο ικανοί και επαρκείς, και λίγες αράδες περισσότερες μήτε σοφότερο μήτε ευτυχέστερο θα έκαναν κανέναν από σας. Γι αυτό τους έρωτες μου διάλεξα για θέμα, αυτούς, που ο Ποιητής τόσο ωραία τραγούδησε πριν χρόνια:
                «Αφόντας μπήκα σ΄ έρωτα για τούτα τα κορμάκια λίγνεψα, έφεξα. Σ’ ύπνο και ξύπνο άλλο στο νου δεν είχα – πώς να τα μεγαλώσω, μια μέρα να τα κοιμηθώ. Παραμόνευα πίσω απ΄ τις θύρες. Έμαθα να τα πιάνω στον αέρα, στο νερό. Αλλά πώς να τα πω δεν ξέρω ακόμα"[i]
Αυτά τα κορμάκια διάλεξα, που αγκαλιάζονται και σχετίζονται και γεννούν τις λέξεις μας, τη γλώσσα μας, την πρωταρχική συνθήκη της ύπαρξής μας, τον τρόπο που αποκτούμε ταυτότητα και συνείδηση του εαυτού μας, το μέσο που φτιάχνουμε τον κόσμο και βρίσκουμε τη θέση μας σ΄ αυτόν. Γι’ αυτό τα ερωτεύομαι. Για τον ίδιο λόγο τα ερωτεύεται ο καθένας, είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι. Η αγάπη μας γι αυτά, η αγάπης μας για τη γλώσσα είναι πράξη βαθιά πολιτική, πολύ βαθύτερη ίσως από συμβάσεις και μνημόνια. Ας κρατήσουμε και στα δύσκολα την αγάπη μας γι αυτήν και τις σημασίες της. Θα μας το ανταποδώσει.


[i] Από τον αριθμό -2- της ενότητας «Και με φως και θάνατον [1-7] του ποιήματος  του Οδυσσέα Ελύτη «Ο Μικρός Ναυτίλος» (ΠΟΙΗΜΑΤΑ σελ. 500 Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ). Όλες οι αράδες που είναι γραμμένες με πλάγια και έντονη γραφή είναι επίσης του αριθμού -2- της ίδιας ενότητας.


(ii) Δημοσιευμένο στην ΑΠΟΨΗ Μηνιαία έκδοση για την ποιότητα ζωής στη Θέρμη Θεσσαλονίκης.